Δεκαετία 1970, ΗΠΑ. Η Νέα Υόρκη βρίσκεται στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Μετά την άρνησή της να ικανοποιήσει τα διαρκή αιτήματα της πόλης για οικονομική διάσωση, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση Φορντ αποφασίζει στις 29 Οκτωβρίου 1975 τη διακοπή της χρηματοδότησης στον υπερχρεωμένο δήμο του «Μεγάλου Μήλου». Την επόμενη μέρα, η εφημερίδα «New York Daily News» γράφει στο πρωτοσέλιδό της: «Φορντ προς Νέα Υόρκη: Ψοφήστε».

Μέχρι να ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση, η Νέα Υόρκη θύμιζε έναν «σοσιαλδημοκρατικό παράδεισο» με παροχές μιας ευρείας γκάμας δημόσιων υπηρεσιών. Ένα μεγάλο ποσοστό της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των κατοίκων καλυπτόταν από το ομοσπονδιακό κράτος, ενώ ακόμα και η φοίτηση στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης ήταν δωρεάν. Με τα σημερινά δεδομένα, μέχρι και ο τέως Ρεπουμπλικανός πρόεδρος, Ρίτσαρντ Νίξον, θα θεωρούταν από τους νεο-συντηρητικούς κύκλους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ως ένας «προοδευτικός σοσιαλιστής».

Ωστόσο, όταν η πόλη βυθίστηκε στην κρίση, ο δήμος απευθύνθηκε στις τράπεζες κι εκείνες εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία ζητώντας ως αντάλλαγμα για τη χρηματοδότησή του περικοπές μισθών στο δημόσιο, απολύσεις δημοτικών υπαλλήλων, περικοπές δαπανών σε νοσοκομεία, σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες, αυξήσεις στα δίδακτρα του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης καθώς και στα εισιτήρια των μέσων μαζικής μεταφοράς. Όλα τα κεκτημένα που η εργατική τάξη κατάφερε να αποκτήσει με αίμα καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα καταπατήθηκαν από ένα λόμπι τραπεζιτών οι οποίοι μετέτρεψαν την πόλη σε κέντρο ενός άκρατου νεοφιλελευθερισμού, διαλύοντας κάθε έννοια κοινωνικής πρόνοιας.

Τα προβλήματα των κατώτερων κοινωνικά τάξεων οξύνθηκαν κι εκείνοι που χτυπήθηκαν περισσότερο από τη νεοφιλελεύθερη προσαρμογή της πόλης -κι εν γένει ολόκληρης της χώρας- ήταν οι λατινοαμερικανοί μετανάστες και οι φτωχοί αφροαμερικανοί. Όμως, η δίνη της καπιταλιστικής κρίσης είχε ήδη δώσει το έναυσμα στις αποκλεισμένες κοινότητες για τη δημιουργία κάτι νέου και επαναστατικού.

Μόλις λίγα χρόνια πριν, στις 13 Αυγούστου 1973 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, ένα από τα αμέτρητα block parties που πραγματοποιούνταν εκείνη την εποχή υπήρξε η αφορμή για αυτό που αργότερα θα έμενε στην ιστορία ως hip hop κουλτούρα.

Ήταν το πάρτυ για τα γενέθλια της Cindy Campbell, αδελφής του ιδρυτή και «πατέρα» του Hip-Hop, DJ Kool Herc -κατά κόσμον Clive Campbell- στο 1520 Sedgwick Avenue, ένα πολυώροφο διαμέρισμα γνωστό και ως το «καταφύγιο των οικογενειών της εργατικής τάξης».

Το καινούργιο αυτό είδος μουσικής δεν απαιτούσε να έχει κανείς ιδιαίτερη φωνή ή κάποιες εξεζητημένες μουσικές γνώσεις. Αρκούσε μόνο ένας DJ να σκρατσάρει τους δίσκους με τα πικάπ, να τους κόβει με το μίκτη, και να δημιουργεί πρωτότυπα beat. Στην πορεία, προστέθηκε o MC για να διασκεδάσει το κοινό και να δώσει νόημα στη μουσική τελετή. Τα αστεία του γίνονταν ρίμες, κι οι ρίμες του τραγούδια. Οι χορευτές (b-boys) εφηύραν τότε ένα νέο είδος χορού, το breakdancing (ή b-boying), ενώ ταυτόχρονα το γκραφίτι σε τοίχους και βαγόνια μετατράπηκε σε ένα είδος σύγχρονης τέχνης. Το παζλ των τεσσάρων βασικών στοιχείων της κουλτούρας του hip hop είχε πια συμπληρωθεί.

Η εμφάνιση του conscious Hip-Hop

Το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που επικρατούσε εκείνη την εποχή δεν επέτρεπε στο Hip-Hop να μείνει ουδέτερο. Γρήγορα ο στίχος άρχισε να προβάλλει την ωμή καθημερινή πραγματικότητα και να την καταγγέλλει. Από καταγγελτικός, ο στίχος έγινε πολιτικός, κι από πολιτικός βαθιά ταξικός και ριζοσπαστικός. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, γεννήθηκε το ενσυνείδητο Hip-Hop (conscious Hip-Hop).

Η πρώτη απόπειρα έγινε το 1982 με το «The Message» από τους Grandmaster Flash & the Furious Five, ένα κομμάτι του οποίου οι στίχοι περιέγραφαν τη φτώχεια και την πίεση που βίωναν οι κάτοικοι των υποβαθμισμένων περιοχών.

Το «The Message» αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μεταγενέστερα hip-hop σχήματα και, παρά το χλιαρό πολιτικό του στίχο, κατάφερε να προσφέρει μία εύστοχη και αρκετά γλαφυρή κοινωνική κριτική, εν αντιθέσει με παλαιότερα κομμάτια του είδους όπως το «Rapper’s Delight» των Sugarhill Gang, που ο ήχος τους παρέπεμπε ξεκάθαρα σε μουσική για disco funk πάρτυ.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, δημιουργήθηκε στο Long Island της Νέας Υόρκης ένα από τα εμβληματικότερα πολιτικά συγκροτήματα στην ιστορία του hip-hop: οι Public Enemy. Με σαφείς επιρροές από την αφροαμερικανική παράδοση όπως το κίνημα Black Power και το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων (BPP), αλλά κι από spoken-word καλλιτέχνες όπως οι Last Poets και ο «νονός» του hip-hop, Gil Scott-Heron, οι Public Enemy έφεραν την επανάσταση στο μαύρο αστικό ήχο.

Η σκληρή τους κριτική στα κυρίαρχα ΜΜΕ των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την κύρια θεματολογία των κομματιών τους που μιλούσαν για ανυπακοή, πάλη, μαύρη υπερηφάνεια, και εξουσία στο λαό ανάγκασαν μουσικοκριτικούς και ιστορικούς να τους κατατάξουν στα πιο ριζοσπαστικά συγκροτήματα της εποχής τους.

Ο αφροκεντρικός τους στίχος ενέπνευσε πλήθος καλλιτεχνών και συγκροτημάτων να ασχοληθούν με τα ζητήματα της μαύρης κοινότητας. Από αυτούς, ξεχωρίζουν οι Arrested Developments, οι X-Clan, οι Poor Righteous Teachers, ο Lakim Shabazz, ο Paris, η κολλεκτίβα Native Tongues, της οποίας μέλη αποτελούν μπάντες όπως οι De La Soul, οι Jungle Brothers, οι A Tribe Called Quest κ.α.

Βέβαια, η πλειοψηφία αυτών των συγκροτημάτων, μολονότι αναγνώριζε την ταξική διαίρεση της κοινωνίας, εντούτοις δεν επικεντρώθηκε σε βαθύτερα και πιο ουσιαστικά πολιτικά ζητήματα, αλλά στάθηκε κατά κύριο λόγο στο φυλετικό κομμάτι. Για εκείνους, οι εχθροί μεταφράζονταν a priori σε λευκούς. Σε αυτή τη νοοτροπία, καταλυτικός ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισαν τα δύο ισχυρότερα θρησκευτικά και πολιτικά κινήματα εκείνης της εποχής, το «Έθνος του Ισλάμ» -ανώτερος ηγέτης του οποίου υπήρξε για παραπάνω από δέκα χρόνια ο ακτιβιστής, Malcolm X- και το «Five-Percent Nation». Οι δύο αυτές οργανώσεις ήταν τόσο προκατειλημμένες και δογματικές που, πέρα από την ανωτερότητα των μαύρων, κήρυτταν ακόμη πως οι λευκοί συμβολίζουν το διάβολο που βασανίζει τους μαύρους.

Η ανάδυση του Gangsta Rap

Παράλληλα με το conscious rap, έκανε την εμφάνισή του και το gangsta rap. Στην αρχή, καλλιτέχνες όπως ο Ice-T και ο KRS-One, ή συγκροτήματα όπως οι θρυλικοί N.W.A., φάνηκε προς στιγμήν ότι εκπροσωπούσαν μία μικρή παραλλαγή του πολιτικού και ενσυνείδητου Hip-Hop. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το «Fuck the Police» από την μπάντα του Compton, ένα τραγούδι-σύμβολο κατά της αστυνομικής βίας που υπεράσπιζε τα δικαιώματα της μαύρης κοινότητας, αποδομώντας την άποψη των αστυνομικών πως όλοι οι μαύροι -και γενικά οι μειονότητες- είναι εγκληματίες και έμποροι ναρκωτικών.

Η προσπάθεια ωστόσο των καλλιτεχνών να δώσουν έμφαση στην επικίνδυνη ζωή των γκέτο και των γεμάτων από συμμορίες δρόμων, οδήγησε μοιραία στην εξιδανίκευση του χρήματος και των ναρκωτικών. Οι ράπερ άρχισαν να αποστασιοποιούνται σταδιακά από τον αμιγώς πολιτικό στίχο, πιστεύοντας πως οι γυναίκες, η δόξα και τα πλούτη είχαν μεγαλύτερη αξία από μία επαρκή κι αξιοπρεπή ζωή.

Όταν δε, οι δισκογραφικές εταιρείες μπήκαν στο παιχνίδι, το Hip-Hop μεταλλάχθηκε σε εμπορικό, προωθώντας όλα εκείνα τα καταναλωτικά πρότυπα που πλαισιώνουν το αμερικανικό όνειρο (ακριβά ρούχα, γρήγορα αυτοκίνητα κ.α.). Ακόμα κι όταν υπήρχαν κάποια ψήγματα πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης, αυτά κατέληγαν γρήγορα στο να περιστρέφονται γύρω από τη βία και την παρανομία.

Πλέον, το mainstream Hip-Hop ταυτιζόταν αρκετά συχνά με το ρατσισμό, το μισογυνισμό, την ομοφοβία, το σεξισμό, και το ναρκισσισμό. Ευτυχώς όμως, το πολιτικό Hip-Hop δεν μας εγκατέλειψε τόσο νωρίς.

Το conscious Hip-Hop επιστρέφει με άρωμα σοσιαλισμού

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δημιουργείται στο Oakland της Καλιφόρνια ένα από τα σπουδαιότερα και πιο πολυσχιδή συγκροτήματα του χώρου με επιρροές από την punk, funk, και soul μουσική: οι The Coup. Από το πρώτο κιόλας κομμάτι του debut άλμπουμ τους «Kill My Landlord», ο frontman της μπάντας, παραγωγός και ακτιβιστής, Boots Riley, προτρέπει τον ακροατή να διαβάσει το «ευαγγέλιο του κομμουνισμού», το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», και να γνωρίσει τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα.

Presto, read the Communist Manifesto
Guerillas in the midst, a Guevara named Ernesto.

Άλλωστε, το ενδιαφέρον του για την πολιτική ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία. Μόλις στα 14 του, προσχώρησε στη Διεθνή Επιτροπή Ενάντια στο Ρατσισμό, ενώ ένα χρόνο αργότερα έγινε μέλος του Προοδευτικού Εργατικού Κόμματος (PLP), μιας μαρξιστικής-λενινιστικής οργάνωσης των ΗΠΑ, κυρίως μαοϊκών αναφορών.

Οι The Coup επικρίνουν στα κομμάτια τους την αμερικανική πολιτική, ραπάρουν ενάντια στη πατριαρχική εκμετάλλευση, την αστυνομική βαρβαρότητα και τον εθισμό στην κάνναβη, και καυτηριάζουν (για την ακρίβεια διακωμωδούν) τον καπιταλισμό όπως με το να προτείνουν 5 εκατομμύρια «ευφάνταστους» τρόπους για να σκοτώσει κανείς ένα Διευθύνοντα Σύμβουλο.

Στα μέσα της δεκαετίας, δημιουργούνται στο Brooklyn της Νέας Υόρκης οι Dead Prez, ένα από τα πιο πολιτικοποιημένα συγκροτήματα στην ιστορία που μας ξεκαθαρίζουν πως η μουσική την οποία παράγουν είναι κάτι «μεγαλύτερο από το Hip-Hop». Οι dead prez, όπως είναι και η επίσημη στυλιζαρισμένη τους γραφή, φέρνουν ξανά στο προσκήνιο το αφροκεντρικό ραπ μέσω των Μαύρων Πανθήρων, αυτή τη φορά όμως με αμιγώς σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά.

Με την έλευση του νέου millennium, κυκλοφόρησαν το debut άλμπουμ, «Let’s Get Free». Μέσα από τα τραγούδια τους παλεύουν για το σοσιαλισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη, και μας κάνουν να αναρωτηθούμε κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να διεκδικήσουμε την ελευθερία μας, θέτοντας κάποια πολύ ουσιαστικά διλήμματα όπως για παράδειγμα «αν προτιμούμε να έχουμε Lexus, BMW και περιδέραια, ή δικαιοσύνη, όνειρα και ελευθερία».

You would rather have a Lexus or justice?
A dream or some substance?
A Bimmer, a necklace or freedom?.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και άλλα συγκροτήματα όπως οι The Dope Poet Society, γνωστοί για το γρήγορο flow τους και την τάση τους να πειραματίζονται με γλωσσοδέτες, αλλά και καλλιτέχνες που παράλληλα ασχολήθηκαν και ασχολούνται ακόμα με τον ακτιβισμό όπως ο Talib Kweli, ο Mos Def και ο Brother Ali.

Ο τελευταίος μάλιστα, έχει ερμηνεύσει ένα από τα πιο μελωδικά πολιτικά ραπ κομμάτια με soul επιρροές, το «Uncle Sam Goddamn», στο οποίο καταδικάζει την επικρατούσα αμερικανική πολιτική και την αγιοποίηση του χρήματος, αποκαλώντας ευθέως τις ΗΠΑ «United Snakes».

“Welcome to the United Snakes
Land of the thief, home of the slave
The grand imperial guard where the dollar is sacred, and power is God”
.

Άλλοι καλλιτέχνες και ακτιβιστές εξέφρασαν ακόμα πιο αντισυστημικό και ριζοσπαστικό αριστερό στίχο. Σε αυτούς, περιλαμβάνονται ο χαρισματικός αμερικανός με μεξικανικές ρίζες frontman των Rage Against the Machine, Zach de la Rocha, ο βρετανο-ιρακινός ράπερ με έντονη ακτιβιστική δράση υπέρ των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων και πολέμιος της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Δύσης, Lowkey, καθώς και ο περουβιανο-αμερικανός ράπερ με καταγωγή από το Harlem της Νέας Υόρκης και υπέρμαχος της Κουβανικής Επανάστασης, Immortal Technique.

Σε ένα από τα πιο πολιτικά του κομμάτια με βαθιά αντι-αποικιοκρατικό στίγμα, το «3rd World», ο γεννημένος στη Λίμα ράπερ δεν στέκεται τόσο στο αφροκεντρικό κομμάτι των προαναφερθέντων καλλιτεχνών του Black Power που ενδεχομένως να έβλεπαν ένα μαύρο πρόεδρο ως την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, αλλά υπογραμμίζει πως ακόμα κι αν οι Αμερικανοί εξέλεγαν ένα μαύρο πρόεδρο, όπως και συνέβη με την περίπτωση Ομπάμα, τότε αυτό θα ήταν εξίσου ανώφελο γιατί πολύ απλά δεν θα έλεγχε εκείνος την οικονομία.

“And they might even have a black president, but he’s useless
‘Cause he does not control the economy stupid!”.

Πιο αναρχικές θέσεις πρέσβευαν ράπερ όπως ο Lupe Fiasco, ο Sole, ο P.O.S. και ο λιγότερο γνωστός στο ευρύ κοινό, Emcee Lynx, ο οποίος σε συνεντεύξεις του ανέφερε πως είχε επηρεαστεί έντονα από προσωπικότητες του αναρχισμού όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, η Έμμα Γκόλντμαν, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, ο Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν κ.α.

Το πολιτικό Hip-Hop σήμερα

Δεδομένης της κυριαρχίας του mainstream rap και των υποειδών του την τελευταία δεκαετία (mumble rap, emo rap, trap κ.ο.κ.), το ενσυνείδητο Hip-Hop βρίσκεται πια στο ναδίρ του. Σήμερα, τα μεγαλύτερα ονόματα της αμερικανικής ραπ σκηνής, όχι μόνο δεν ασκούν κριτική στην επικρατούσα πολιτική και οικονομική τάξη, αλλά καταλήγουν να πέφτουν στην παγίδα της υποστήριξης πολιτικών προσώπων και δη, των εκλεκτών της Wall Street.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στις τελευταίες προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, ο Jay-Z δήλωσε την στήριξή του στην υποψήφια των Δημοκρατικών, Χίλαρι Κλίντον, ενώ ο στενός του φίλος και συνεργάτης, Kanye West, φωτογραφιζόταν πλάι στο νυν πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Ελάχιστα είναι τα μουσικά σχήματα που κρατούν τα προσχήματα. Δύο απ’ αυτά, είναι το alternative sci-fi Hip-Hop δίδυμο, Run the Jewels, των El-P και Killer Mike, καθώς επίσης το δίδυμο των Χιλιανών από το Μπρονξ, Rebel Diaz, που μας συστήνονται ως πολέμιοι του νεοφιλελευθερισμού και υπέρμαχοι ηγετών όπως ο Ούγκο Τσάβες, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο Φιντέλ Κάστρο κ.α. Από ‘κει και μετά, υπάρχουν καλλιτέχνες όπως ο Kendrick Lamar που καταγγέλλουν μεν τη φτώχεια και την αστυνομική βία, αλλά μέχρι εκεί.

Είναι φανερό πλέον ότι το conscious Hip-Hop πνέει τα λοίσθια, αφού έχει αποκοπεί πλήρως από τις ρίζες του. Κάποτε ο Chuck D των Public Enemy, έλεγε ότι «η ραπ ήταν το CNN της μαύρης κοινότητας». Σήμερα, αυτό που επικρατεί είναι το απολιτίκ ραπ. Η πολιτική καταγγελία δεν πουλάει πια.


Like it? Share with your friends!

0

What's Your Reaction?

omg omg
0
omg
love love
0
love
lol lol
0
lol
fail fail
0
fail
Shotgun