“What’s beef? Beef is when I murk you on the spot
Labels signing anything, still searching for they Pac.”
The Game – 300 Bars & Runnin’

Στη βιομηχανία της ραπ, οι κόντρες μεταξύ καλλιτεχνών, συγκροτημάτων και δισκογραφικών-κολοσσών διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που τις κάνει να διαφέρουν από εκείνες της υπόλοιπης μουσικής βιομηχανίας. Και αυτό δεν είναι άλλο από το επικίνδυνο φλερτ τους με το θάνατο.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέχρι και τα μέσα των ’00s, οι ράπερ φρόντιζαν συχνά να λύνουν τις διαφορές τους είτε στους δρόμους και τα στούντιο ηχογραφήσεων είτε με την κυκλοφορία ενός diss κομματιού τους, ικανού να καταστρέψει ολόκληρες καριέρες, περιουσίες, φιλίες και οικογένειες.

Η περίπτωση της απροσδόκητης διαμάχης ανάμεσα στον Tupac Shakur και τον Notorious B.I.G. που καλλιεργήθηκε κατά κόρον από τα ΜΜΕ ως έχθρα μεταξύ Ανατολικής – Δυτικής Ακτής και κατέληξε σε μια πρωτόγνωρη διπλή τραγωδία, αποτελεί το πιο ακραίο παράδειγμα στο οποίο μπορεί να φτάσει μία ανεξέλεγκτη ραπ βεντέτα.

Διαφορετικά, οι δύο -ή/και παραπάνω- αντιμαχόμενες πλευρές επιλέγουν συνήθως είτε το δρόμο της συμφιλίωσης είτε τη διατήρηση του «ψυχροπολεμικού» τους κλίματος, κυρίως για λόγους έπαρσης και δημοσιότητας.

Σήμερα, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις των ράπερ δεν θυμίζουν σε τίποτα εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών, αφού αυτές πραγματοποιούνται μέσω τιτιβισμάτων στο Twitter, ανώριμων μιμιδίων στο Instagram ή ακόμα και σε υπερπολυτελείς εκδηλώσεις μόδας.

Boogie Down Productions vs. Juice Crew

Περί τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο Queensbridge της Νέας Υόρκης, σχηματίστηκε από τον DJ και παραγωγό, Marley Marl, η Hip-Hop κολλεκτίβα Juice Crew, μια συλλογικότητα που αποτελούταν από μια πλειάδα new school MC’s όπως ο Big Daddy Kane, ο Kool G Rap, η Roxanne Shante, ο Biz Markie, ο Masta Ace κ.α.

Στα τέλη του 1985 με αρχές του 1986, κυκλοφόρησε από τον MC Shan των Juice Crew το «The Bridge», ένα τραγούδι παραγωγής Marley Marl που υπήρξε η αφορμή για να προκληθεί μια από τις πρώτες διαμάχες στην ιστορία της Hip-Hop.

Αν και ο MC Shan δεν υποστήριξε ποτέ στο κομμάτι ότι η Hip-Hop έλκει την καταγωγή της από το Queensbridge, παρά μόνο τον τόπο γέννησης του ίδιου και της παρέας του, το συγκρότημα του Νότιου Μπρονξ, Boogie Down Productions, με επικεφαλής τον «Blastmaster» KRS-One το θεώρησε «ύβρη» και λίγους μήνες μετά πέρασε στην αντεπίθεση με το τραγούδι «South Bronx».

Για τους BDP, το «The Bridge» ήταν τόσο προκλητικό που ο KRS-One ανέφερε στο κομμάτι του πως αν ο MC Shan τολμούσε να πει κάτι τέτοιο στο Μπρονξ, ενδεχομένως και να μη ζούσε.

Οι Boogie Down Productions συνέχισαν να επιτίθενται στους Juice Crew με αφορμή την προέλευση της Hip-Hop κουλτούρας, αυτή τη φορά με το κομμάτι «The Bridge is Over», λοιδορώντας χυδαία τη ράπερ της κολλεκτίβας, Roxanne Shante, η οποία νωρίτερα είχε εμπλακεί σε έναν άλλο «πόλεμο», εκείνο των «Roxanne Wars».

Τον Αύγουστο του 1987, οι Juice Crew ανταπάντησαν στις προκλήσεις των Boogie Down Productions μέσω του MC Shan, με το ράπερ από το Queensbridge να τραγουδά το «Kill that Noise».

Η διαμάχη μεταξύ των δύο γκρουπ συνεχίστηκε ακόμα και μετά τον αναπάντεχο θάνατο από πυροβολισμό του DJ και παραγωγού των BDP, Scott La Rock. Η έριδα μεταξύ των δύο σχημάτων που έμεινε στην ιστορία ως «The Bridge Wars» έληξε επίσημα το 2007, όταν KRS-One και Marley Marl αποφάσισαν να «χτίσουν γέφυρες» κυκλοφορώντας το συλλογικό άλμπουμ «Hip Hop Lives».

LL Cool J vs. Kool Moe Dee

Κατά τη διάρκεια των «Bridge Wars», η Hip-Hop σκηνή της Νέας Υόρκης γνώρισε μια ακόμη «εμφύλια» διαμάχη: αυτή ανάμεσα στο ιστορικό μέλος των Treacherous Three, Kool Moe Dee, και τον πρωτοεμφανιζόμενο ράπερ, LL Cool J.

Όλα ξεκίνησαν όταν ο βετεράνος ράπερ από το Μανχάταν μαζί με τον MC Shan υποστήριξαν πως ο νεοφανής ράπερ από το Κουίνς «έκλεψε» το στυλ τους, με τον Moe Dee να τον κατηγορεί ακόμη για έλλειψη σεβασμού και ασέβεια απέναντι σε πρωτοπόρους της ραπ όπως ο Melle Mel και ο Grandmaster Caz.

Ως απάντηση στην «αλαζονεία» του LL Cool J, ο Kool Moe Dee κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 1987 το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ με τίτλο «How Ya Like Me Now» στο εξώφυλλο του οποίου διακρινόταν ένα Jeep Wrangler να συνθλίβει μια κόκκινη Kangol τραγιάσκα, σήμα-κατατεθέν του LL Cool J. Το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου, αν και δεν περιείχε ευθείες βολές κατά του νεαρού ράπερ, υπήρξε το πρώτο diss της νεοαναδυόμενης μεταξύ τους κόντρας.

Δύο χρόνια αργότερα, ο LL Cool J ανταπάντησε με το diss «Jack the Ripper» ενσαρκώνοντας μουσικά τον κατά συρροή δολοφόνο Τζακ τον Αντεροβγάλτη και αποκαλώντας τον Kool Moe Dee «ξοφλημένο». Το συγκεκριμένο diss ήταν ένας έμμεσος τρόπος προκειμένου ο ράπερ να μειώσει τον αντίπαλό του «φωτογραφίζοντάς» τον ως πόρνη.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η απάντηση του Kool Moe Dee ήταν άμεση. Με ένα μεστό up-tempo diss-track, το «Let’s Go», το μέλος των Treacherous Three κατσάδιαζε επί 20 συνεχόμενα δευτερόλεπτα τον LL Cool J με μια σειρά αρνητικών παρηχήσεων που ξεκινούσαν από το γράμμα «L», υπενθυμίζοντάς του ποιος είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού.

Kool Moe Dee - Let's Go

Το 1990 ακολούθησε η απάντηση του LL Cool J με το «To Da Break of Dawn», βάζοντας ακόμη στο στόχαστρο τον MC Hammer και τον Ice-T. Όμως, το diss που έμεινε στην ιστορία και για πολλούς ανέδειξε νικητή ήταν το θρυλικό «Mama Said Knock You Out» που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, με τον LL Cool J να αφήνει για λίγο στην άκρη τις soft μπαλάντες του και να εξαπολύει έναν ασύλληπτο λυρικό βομβαρδισμό με ύφος πραγματικού πυγμάχου.

Τον κύκλο των diss έκλεισε ένα χρόνο αργότερα ο Kool Moe Dee με το κομμάτι «Death Blow», στο οποίο επιτέθηκε ξανά στον LL Cool J με παρηχήσεις ανάλογες του προηγούμενου diss του. Όσο για την έκβαση της μεταξύ τους κόντρας, και οι δύο ράπερ εξακολουθούν να επιμένουν ότι κέρδισαν τη μάχη.

Ice Cube vs. N.W.A.

Ήταν Δεκέμβρης του 1989, όταν το «πιο επικίνδυνο συγκρότημα στον κόσμο» βρέθηκε στα πρόθυρα της διάλυσης μετά την αιφνίδια αποχώρηση ενός από τα βασικότερα μέλη του, του Ice Cube.

Παρά την τεράστια επιτυχία που σημείωσε το πρώτο τους άλμπουμ «Straight Outta Compton», ο Ice Cube επέλεξε να εγκαταλείψει το γκρουπ κατηγορώντας τα υπόλοιπα μέλη και το μάνατζέρ τους, Jerry Heller, για άνιση μεταχείριση και κατανομή των κερδών.

Έτσι, η θρυλική μπάντα του Compton που είχε αναγκάσει μέχρι και το FBI να στείλει επιστολή διαμαρτυρίας στη δισκογραφική της εταιρεία «Ruthless Records» λόγω των «βίαιων» μηνυμάτων που προωθούσε στην αμερικανική κοινωνία αποτελούταν πλέον από τέσσερα μέλη: τον Dr. Dre, τον Eazy-E, τον MC Ren και τον DJ Yella.

Τον Αύγουστο του 1990, οι N.W.A. κυκλοφόρησαν το EP «100 Miles and Runnin» προκειμένου να βλάψουν το πρώην μέλος τους. Στο ομώνυμο diss του EP αλλά και στο κομμάτι «Real Niggaz», το συγκρότημα κατηγόρησε τον Ice Cube για προδοσία και δειλία αμφισβητώντας ρητά την αυθεντικότητά του.

Τέσσερις μήνες αργότερα, ο Ice Cube απάντησε με το πρώτο και μοναδικό EP στην καριέρα του, το «Kill at Will», όπου αναφερόταν με χλευαστικό τρόπο στο συγκρότημα του Compton.

Το Μάιο του 1991, οι N.W.A. πέρασαν στην αντεπίθεση με την κυκλοφορία του δεύτερου και τελευταίου τους άλμπουμ «Real Niggaz 4 Life». Όμως, το κορυφαίο diss όλων των εποχών γράφτηκε από τον Ice Cube.

Στο πεντάλεπτο diss «No Vaseline» που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1991, ο ράπερ διέσυρε όλο το δυναμικό του συγκροτήματος, κατηγορώντας μεταξύ άλλων τον Eazy-E για την παρουσία του στο δείπνο του στενού κύκλου των Ρεπουμπλικανών υπό τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο.

Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός «Εβραίος» για το μάνατζερ, Jerry Heller, θεωρήθηκε ρατσιστικός με αποτέλεσμα να γίνει αντικείμενο συζήτησης από την εβραϊκή μη κυβερνητική οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Λος Άντζελες «Simon Wiesenthal Center».

Το συγκρότημα είχε πια διαλυθεί με τα περισσότερα μέλη του να ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους. Μερικοί από αυτούς, όπως ο Ice Cube, ο Dr. Dre, και ο MC Ren επανενώθηκαν αργότερα μόνο για κάποια single ή soundtrack κινηματογραφικών ταινιών όπως στο κομμάτι «Chin Check» (1999).

Η επίσημη επανένωσή τους έγινε το 2015 στην προβολή της επιτυχημένης κινηματογραφικής ταινίας «Straight Outta Compton».

50 Cent vs. Ja Rule

Έτος 1999. Κατά τη διάρκεια γυρισμάτων ενός βίντεο κλιπ σε μια από τις φτωχογειτονιές του Κουίνς της Νέας Υόρκης, ο Ja Rule έπεφτε θύμα ληστείας υπό την απειλή όπλου. Δράστης της επίθεσης που αποτέλεσε τη θρυαλλίδα ενός από τα μακροβιότερα beef στην ιστορία της Hip-Hop, ήταν ένας άγνωστος φίλος του 50 Cent, ονόματι Brown.

Στη βιογραφία του «From Pieces to Weight», ο 50 Cent ανέφερε ότι λίγες βδομάδες μετά το συμβάν, ο Ja Rule τον συνάντησε εξαγριωμένος σε ένα κλαμπ όπου βρισκόταν μαζί με το φίλο του και δράστη της επίθεσης. Ο Ja Rule όμως, μολονότι επιβεβαίωσε το γεγονός της ληστείας, αρνήθηκε τους παραπάνω ισχυρισμούς του ράπερ υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ τους έχθρα ξεκίνησε όταν η παρέα της δισκογραφικής του εταιρείας «Murder Inc.» είχε σνομπάρει τον «Fifty» κατά τη διάρκεια γυρισμάτων του βίντεο κλιπ του Rule, «Murda 4 Life».

Την ίδια χρονιά, ο 50 Cent κυκλοφόρησε το «Life’s on the Line», ένα single diss από το ακυκλοφόρητο άλμπουμ του «Power of the Dollar» στο οποίο χλεύαζε έμμεσα τόσο τον Ja Rule όσο και τη δισκογραφική του με το χαρακτηριστικό στίχο «Murda».

Λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης τους εμφάνισης σε νυχτερινό κέντρο στην Ατλάντα, οι δύο ράπερ πιάστηκαν στα χέρια με αποτέλεσμα να σπάσουν τις αλυσίδες τους. Ένα μέλος της ομάδας του «Fifty» που βρήκε το σπασμένο μενταγιόν του Ja Rule λέγεται ότι ήρθε σε συμφωνία με το ράπερ προκειμένου να του το ανταλλάξει με ένα ρολόι Movado. Ο Ja Rule όμως αρνήθηκε κατηγορηματικά και αυτόν τον ισχυρισμό.

Η κόντρα ανάμεσα στους δύο ράπερ κορυφώθηκε το Μάρτιο του 2000, όταν κατά τη διάρκεια ηχογράφησής του στο στούντιο «Hit Factory» της Νέας Υόρκης, ο 50 Cent μαχαιρώθηκε από την παρέα του Ja Rule. Η πράξη αυτή οδήγησε στη σύλληψη τόσο του Ja Rule όσο και του ράπερ της «Murder Inc.», Black Child, ο οποίος για να δικαιολογηθεί ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε «αυτοάμυνα».

Δύο χρόνια μετά το διαπληκτισμό στο «Hit Factory», ο συνιδρυτής της «Murder Inc.» και παραγωγός, Irv Gotti, υποστήριξε ότι ο 50 Cent ζήτησε ασφαλιστικά μέτρα εναντίον εκείνου και του Ja Rule, κάτι που αποδείχθηκε ψευδές.

Παρά τις αβάσιμες εναντίον του κατηγορίες, ο 50 Cent δεν ήθελε να τον αποκαλούν «καρφί». Έτσι λοιπόν, πέρασε στην αντεπίθεση κάνοντας αρκετά diss στη δισκογραφική του Ja Rule με χαρακτηριστικότερο το «I Smell Pussy», ενώ το Φεβρουάριο του 2003 κυκλοφόρησε το πρώτο στούντιο άλμπουμ του «Get Rich or Die Trying». Ένα από τα κομμάτια που αμφισβητούσαν την αυθεντικότητα και αξιοπιστία του Ja Rule και της «Murder Inc.» ήταν το «Back Down».

Η απάντηση του Ja Rule ήταν άμεση. Μόλις δύο μήνες μετά, ο ράπερ από το Κουίνς επέστρεψε με ένα από τα πιο ασεβή diss στην ιστορία της Hip-Hop, το «Loose Change», βάζοντας στο στόχαστρο τον 50 Cent, τους G-Unit, τον Busta Rhymes, τον Dr. Dre, τον Eminem και τη γυναίκα του.

Ο Ja Rule προέβη σε χυδαίους και σεξιστικούς χαρακτηρισμούς αποκαλώντας τον 50 Cent «ρουφιάνο», τον Dr. Dre «αδερφή», τον Eminem «παρενδυτικό» και τη γυναίκα του Marshall «πόρνη». Μια βδομάδα αργότερα, 50 Cent, Eminem, και Busta Rhymes απάντησαν με το πεντάλεπτο diss «Hail Mary», δίνοντας τη «χαριστική βολή» στον Ja Rule.

Δέκα χρόνια μετά, σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό «Hot 97», ο Ja Rule ομολόγησε την ήττα του δηλώνοντας ότι «έχασε τον πόλεμο» ενώ δύο μήνες αργότερα, οι δύο ράπερ συναντήθηκαν τυχαία στην ίδια πτήση και τον ίδιο διάδρομο.

Κι ενώ όλα έδειχναν ότι η μεταξύ τους διαμάχη έλαβε οριστικό τέλος, οι δύο ράπερ άρχισαν να επιδίδονται αυτή τη φορά σε διαδοχικές επιθέσεις μέσω Twitter και Instagram. Σε μια από αυτές, ο 50 Cent υποστήριξε ότι αγόρασε 200 εισιτήρια των 15 δολαρίων για τη συναυλία του ράπερ στο Λας Βέγκας προκειμένου να ανεβάσει φωτογραφία με τον ίδιο να κάθεται μπροστά σε 200 κενές θέσεις.

Σήμερα, αν και οι μεταξύ τους επιθέσεις έχουν ελαττωθεί – κυρίως λόγω αδιαφορίας – δεν σημαίνει ότι η κόντρα τους ανήκει πια στο παρελθόν. Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο 50 Cent είχε δηλώσει απαντώντας σε σχετικό σχόλιο του Ja Rule: «… μπορεί να υπάρξει ένα διάλειμμα, αλλά θα τελειώσει μόνο μέχρι κάποιος από τους δύο φύγει από τη ζωή».

Cypress Hill vs. Westside Connection

Μια από τις πιο άγνωστες κόντρες στην ιστορία της Hip-Hop ήταν αυτή ανάμεσα στους Cypress Hill και τους Westside Connection, δύο συγκροτήματα που μέχρι το ξέσπασμα της διαμάχης τους δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν.

Τόσο ο B-Real όσο και ο Ice Cube διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις τρέφοντας μεγάλο θαυμασμό ο ένας στον άλλον. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, το πρώην μέλος των N.W.A. ήταν ο βασικός παραγωγός και πρωταγωνιστής της κινηματογραφικής ταινίας «Friday». Στην ταινία είχε προταθεί να συμμετάσχει και ο λατινοαμερικανός ράπερ των Cypress Hill αλλά εξαιτίας επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν κατάφερε να συμπεριληφθεί στο cast.

Ο frontman του rap rock συγκροτήματος δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να δυσαρεστήσει τον Ice Cube. Γι’ αυτό, του πρότεινε να εντάξει στο soundtrack άλμπουμ της ταινίας του κάποιο από τα κομμάτια του νέου ακυκλοφόρητου άλμπουμ τους «Cypress Hill III: Temples of Boom». Ο ράπερ δεν αρνήθηκε τη φιλική πρόταση του B-Real και έτσι μια μέρα, βρέθηκε στο στούντιο όπου το συγκρότημα θα ηχογραφούσε τα κομμάτια του καινούργιου του άλμπουμ.

Το τραγούδι που τελικά επιλέχθηκε να πλαισιώσει το soundtrack άλμπουμ του «Friday» ήταν το «Roll It Up, Light It Up, Smoke It Up», ένα κομμάτι που γράφτηκε αποκλειστικά για τις ανάγκες της ταινίας και δεν συμπεριλήφθηκε στο «Temples of Doom».

Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων όμως, ο Ice Cube είχε εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα από ένα άλλο κομμάτι των Cypress Hill, το «Throw Your Set in the Air». Τότε ο ράπερ, αποφάσισε εν αγνοία του συγκροτήματος να «κλέψει» το ρεφρέν του τραγουδιού («Throw ya set in the air/ Wave it around like ya just don’t care») εντάσσοντάς το ελαφρώς τροποποιημένο στο επίσημο soundtrack της ταινίας («Throw your neighbourhood in the air/ If you don’t care»). Η κίνησή του δεν έμεινε ασυγχώρητη.

Έξι μήνες μετά την κυκλοφορία της ταινίας, τον Οκτώβριο του 1995, οι Cypress Hill κυκλοφόρησαν το diss «No Rest for the Wicked». Με στίχους που παρέπεμπαν σε παλαιότερα κομμάτια του ράπερ από το Λος Άντζελες, το συγκρότημα τον κατηγορούσε ως ψεύτη, υποκριτή και ανάξιο εμπιστοσύνης.

Ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ των Westside Connection, ένα West Coast υπερσυγκρότημα αποτελούμενο από τους Ice Cube, WC και Mack 10. Στο άλμπουμ περιλαμβάνονταν αρκετά diss εναντίον των Cypress Hill. Το πιο γνωστό ήταν το «King of the Hill» στο οποίο οι Westside Connection χλεύαζαν τον B-Real και τον Sen Dog για τις επιτηδευμένες φωνητικές τους ικανότητες ενώ στο «Cross ‘Em Out and Put a ‘K» τους παρομοίαζαν με «πόρνες του Χόλιγουντ».

Η κόντρα ανάμεσα στα δύο συγκροτήματα της Καλιφόρνια έληξε σε λιγότερο από ένα χρόνο, όταν B-Real και Ice Cube αποφάσισαν να συμμετάσχουν μαζί με τον KRS-One και τον Peter Gunz στο single του θρύλου του ΝΒΑ, Shaquille O’ Neal, «Men of Steel».

Οκτώ χρόνια μετά, οι δύο ράπερ συμμετείχαν σε ένα ακόμη single, αυτή τη φορά μαζί με τον Warren G και τον Snoop Dogg, αποδεικνύοντας ότι το μεταξύ τους beef δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια σύντομη παρένθεση.

Eminem vs. Benzino

Αν υπάρχει ένας ράπερ που έχει αγαπηθεί αλλά και συγχρόνως μισηθεί όσο κανείς στην παγκόσμια μουσική βιομηχανία, αυτός δεν είναι άλλος από τον Eminem.

Από τον Canibus, τον Everlast και τους Insane Clown Posse μέχρι τον Moby, τον Nick Cannon και την Mariah Carey, ο Eminem έχει εμπλακεί σε αναρίθμητες διαμάχες κατέχοντας ίσως το ρεκόρ με τις περισσότερες έριδες από οποιονδήποτε άλλον καλλιτέχνη. Από όλες αυτές τις φιλονικίες ωστόσο, καμία δεν ήταν τόσο προσωπική όσο εκείνη με το ράπερ και συνεκδότη του Hip-Hop περιοδικού «The Source», Ray Benzino.

Η κάποτε φιλική μεταξύ τους σχέση (σ.σ. ο Eminem ήταν ο πρώτος λευκός ράπερ που εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού) μετατράπηκε ξαφνικά σε εχθρική, όταν ο Benzino βαθμολόγησε το τρίτο άλμπουμ του Em «The Marshall Mathers LP» με 2/5. Μολονότι η αξιολόγηση του Benzino εξόργισε υπερβολικά τον Eminem, ο τελευταίος αρκέστηκε να εκφράσει μονάχα τη δυσαρέσκειά του.

Το 2003, ο άλλοτε κρυφός συνιδιοκτήτης του «The Source» έκανε το λάθος να προβεί στην κυκλοφορία του diss «Pull Your Skirt Up» παρομοιάζοντας τον Eminem με τον Vanilla Ice ενώ προχώρησε και στη δημοσίευση ενός παλιού demo του Em με τίτλο «Foolish Pride», στο οποίο ο μόλις 15χρονος Marshall αναφερόταν υποτιμητικά στις μαύρες γυναίκες. Όμως, οι δύο αυτές ενέργειες ήταν η ταφόπλακα στην καριέρα του ίδιου του ράπερ-εκδότη.

Μετά από τις εις βάρος του επιθέσεις, ο Eminem έπρεπε να απαντήσει άμεσα και το έκανε κυκλοφορώντας το diss «Nail in the Coffin», ένα κομμάτι που σε συνδυασμό με το δεύτερο diss «The Sauce», αφάνισε τον Benzino από το Hip-Hop χάρτη με συνοπτικές διαδικασίες.

Παρά τις μετέπειτα προσπάθειες του εκδότη να αποδομήσει τον Eminem με την κατηγορία του «ραπ Χίτλερ» ή ακόμα και να απειλήσει δημόσια την κόρη του, Χέιλι, ο Benzino είχε υπογράψει την καταδίκη του αφού το 2005 η διεύθυνση του δυσφημισμένου πια περιοδικού αποφάσισε τη λύση της συνεργασίας τους.

Jay-Z vs. Nas

Όλα ξεκίνησαν το 1996, όταν ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε ράπερ, Jay-Z, είχε προτείνει σε έναν από τους πιο ανερχόμενους MC’s εκείνης της εποχής, τον Nas, να εμφανιστεί ως guest στο πρώτο του άλμπουμ «Reasonable Doubt». Για δικούς του άγνωστους λόγους, ο Nas δεν παρευρέθηκε ποτέ στο στούντιο για την ηχογράφηση του verse του, με αποτέλεσμα να μην συμπεριληφθεί στο άλμπουμ. Η αδικαιολόγητη συμπεριφορά του ράπερ από το Μπρούκλιν έδωσε την αφορμή στον Jay-Z να του παίξει ένα πολύ βρόμικο παιχνίδι.

Με τη βοήθεια του παραγωγού Ski Beatz, ο νεοϋορκέζος ράπερ χρησιμοποίησε στο κομμάτι του «Dead Presidents II» (σ.σ. όρος που στη Hip-Hop αργκό σημαίνει «δολάρια») ένα μικρό απόσπασμα από το «The World is Yours» του Nas με σκοπό να αμαυρώσει το όνομα και τη φήμη του. Έτσι, οι αρχικοί στίχοι του Nas που δεν εξέφραζαν την ελπίδα του να βρεθεί κάποιος πρόεδρος να τον εκπροσωπήσει αλλά να ξεφύγει από τη φτωχή ζωή των γκέτο και να γίνει κάποια στιγμή ευκατάστατος, διαστρεβλώθηκαν σκόπιμα προκειμένου να δοθεί η εντύπωση ότι η μοναδική αγάπη και ο αυτοσκοπός του είναι το χρήμα.

Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του κομματιού, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ο Nas κυκλοφόρησε τη δεύτερη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο «It Was Written», όπου στο τραγούδι του «The Message» έκανε μια έμμεση αναφορά στον Jay-Z για το πάθος του με τα Lexus. Αν και ο ίδιος σε συνέντευξή του δήλωσε ότι εμπνεύστηκε τον στίχο από τον Jay-Z χωρίς να έχει την πρόθεση να τον βλάψει, πολλοί θεώρησαν ότι η αναφορά του ήταν μια υποσυνείδητη «βολή» εναντίον του.

Το 1997, ο Jay-Z χρησιμοποίησε για ακόμα μια φορά ένα δείγμα από τη φωνή του Nas στο τραγούδι του «Rap Game/Crack Game». Το κομμάτι που θεωρήθηκε το πρώτο «χτύπημα» κατά του Nas ήταν το «Where I’m From» ενώ μετά το θάνατο του Biggie, ο Jay-Z δε δίστασε στο τραγούδι του «The City is Mine» να αυτοανακηρυχθεί ως ο μοναδικός κάτοχος του θρόνου της Νέας Υόρκης.

Την κόντρα μεταξύ Jay-Z και Nas, πυροδότησε με τα τραγούδια του και ο προστατευόμενος ράπερ του Jay-Z, Memphis Bleek, με τον Nas να του ανταπαντά στο «Nastradamus» πως αν επιδιώκει καβγά, θα μπορούσε κάλλιστα να τον σκοτώσει με συνοπτικές διαδικασίες.

Η διαμάχη των δύο κυρίαρχων ράπερ της Νέας Υόρκης όμως κορυφώθηκε το 2001, όταν κατά τη διάρκεια του ετήσιου φεστιβάλ «Summer Jam», ο Jay-Z σόκαρε το κοινό με τις 32 πρώτες μπάρες του άγνωστου ακόμα κομματιού του «Takeover». Ο Jay δεν επιτέθηκε μόνο στον Nas χαρακτηρίζοντάς τον «ξεπερασμένο» ράπερ που «βγάζει ένα καυτό άλμπουμ κάθε δέκα χρόνια» αλλά διέσυρε και τον Prodigy των Mobb Deep τον οποίο αποκάλεσε «μπαλαρίνα» παρουσιάζοντας παλιές παιδικές του φωτογραφίες ως χορευτή.

Ο Nas ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει αυτή την πρόκληση αναπάντητη. Μόλις λίγους μήνες αργότερα, ο 28χρονος τότε ράπερ από το Μπρούκλιν κυκλοφόρησε το πέμπτο του άλμπουμ «Stillmatic», γράφοντας ένα από τα καλύτερα κομμάτια της καριέρας του.

Στο «Ether», ο Nas αποκάλεσε τον Jay-Z «άσχημο» και «μισογύνη» που αντέγραφε το στυλ του Biggie υπενθυμίζοντάς του ότι υπήρχε στη ραπ σκηνή πολύ πριν εμφανιστεί εκείνος. Πριν από το «Ether», είχε προηγηθεί και ένα άλλο diss διάρκειας 2 λεπτών, το «Stillmatic [Intro]/H to the Omo», με μουσικό δείγμα από το «Paid in Full» των Eric B. και Rakim, στο οποίο ο Nas τον κατηγορούσε ως «ψεύτη» και «υποκριτή».

Μέχρι τη λήξη της μεταξύ τους κόντρας είχαν προστεθεί δύο ακόμη diss: το «Supa Ugly» του Jay-Z – ένα diss πέντε λεπτών με δείγματα από το «Got Ur Self A Gun» του Nas και το «Bad Intensions» του Dr. Dre, για τους στίχους του οποίου μάλιστα απολογήθηκε στη μητέρα και τις θαυμάστριές του – και το «Last Real Nigga Alive» του Nas – ένα επίσης πεντάλεπτο diss στο οποίο αποκαλούσε το νεοϋορκέζο ράπερ και μετέπειτα επιχειρηματία ως «υποσημείωση» στην ιστορία της Hip-Hop.

Οι δύο ράπερ έδωσαν οριστικό τέλος στη μεταξύ τους κόντρα το 2005, όταν κατά τη διάρκεια της συναυλίας του Jay-Z στο Νιου Τζέρσεϊ «I Declare War», κήρυξαν ειρήνη τραγουδώντας από κοινού στην σκηνή το «Dead Presidents II».

Ένα χρόνο μετά, ο Nas υπέγραψε συμβόλαιο με την Def Jam Recordings, πρόεδρος της οποίας ήταν ο Jay-Z. Η φιλία τους πια είχε επισημοποιηθεί.

Tupac Shakur vs. Notorious B.I.G.

Η ιστορία μιας κόντρας που αν δεν ήταν αληθινή θα έμοιαζε με αστυνομικό μυθιστόρημα. Οι δύο θρύλοι της ραπ συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1993 στο Λος Άντζελες, όταν κατά τη διάρκεια ενός επαγγελματικού του ταξιδιού, ο Biggie ζήτησε από έναν έμπορο ναρκωτικών της πόλης να τον γνωρίσει στον Tupac ο οποίος και τον φιλοξένησε στο σπίτι του χαρίζοντάς του ένα μπουκάλι Hennessy. Από τότε, οι δυο τους έγιναν αχώριστοι φίλοι.

Ο Tupac φιλοξενούσε συχνά πυκνά το ράπερ από το Μπρούκλιν όποτε εκείνος επισκεπτόταν την Καλιφόρνια ενώ όταν πήγαινε στη Νέα Υόρκη περνούσε από τη γειτονιά του Biggie με τη λευκή του λιμουζίνα για να παίξουν ζάρια με τους ντόπιους. Πολλοί νεαροί ράπερ, μεταξύ αυτών και ο Biggie, τον θεωρούσαν μέντορά τους και συγκεντρώνονταν έξω από τα ξενοδοχεία όπου διέμενε για να πάρουν τις συμβουλές τους. Ο Biggie έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τον Tupac σε βαθμό που του επέτρεπε να παίρνει μέρος στις δικές του συναυλίες.

Πριν ακόμη κυκλοφορήσει το πρώτο του άλμπουμ «Ready to Die», ο νεαρός ράπερ φοβόταν πως η δισκογραφική του εταιρεία «Bad Boy», ιδιοκτησίας Puff Daddy, δεν προχωρούσε γρήγορα την κυκλοφορία του, με αποτέλεσμα μια μέρα να ζητήσει από τον Tupac να γίνει ο μάνατζέρ του. Εκείνος όμως, αρνήθηκε συμβουλεύοντάς τον να μείνει με τον Diddy.

Την εποχή που ο Tupac γύριζε στη Νέα Υόρκη την ταινία «Above the Rim» γνώρισε τον Jacques «Haitian Jack» Agnant, ένα διαβόητο στέλεχος της ραπ βιομηχανίας που θα τον έφερνε σε επαφή με την «αφρόκρεμα» της showbiz. Ο Biggie όμως, που βρισκόταν στους κύκλους του, είχε προειδοποιήσει το ράπερ να μείνει μακριά του.

Στα τέλη του 1993, ο Tupac καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκιση για βιασμό και κακοποίηση της 19χρονης, Ayanna Jackson. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν συμμετείχε και πως ένοχοι ήταν ο «Haitian Jack» μαζί με κάποιους άλλους συνεργάτες του. Σε δηλώσεις του στο δίκτυο «New York Daily News» υποστήριξε ότι έπεσε θύμα του «Jack».

Το Νοέμβριο του 1994, ο Tupac βρέθηκε στο στούντιο «Quad Recording» της Νέας Υόρκης. Μερικούς ορόφους πιο πάνω βρισκόταν ο Biggie. Όταν έφτασε εκεί με τους τρεις συνεργάτες του, αντίκρισε τρεις άνδρες με στρατιωτική περιβολή που άρχισαν να πυροβολούν και να ληστεύουν τα κοσμήματά του. Ο ράπερ, προσποιούμενος το νεκρό, σώθηκε παρά τις πέντε σφαίρες που δέχθηκε. Αργότερα, ο Tupac κατηγόρησε τον Biggie για ηθική αυτουργία και αχαριστία.

Λίγους μήνες μετά, ο Notorious B.I.G. κυκλοφόρησε το single «Who Shot Ya?» αναφέροντας μάλιστα και το όπλο που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του 2Pac, ένα Glock 9 χιλιοστών. Αν και το κομμάτι είχε ηχογραφηθεί πολύ πριν την επίθεση, ο ράπερ υποψιάστηκε ότι ο μέχρι πρότινος φίλος του βρισκόταν πίσω από το συμβάν. Ο άτυπος πόλεμος των συμμοριών μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Ακτής είχε μόλις ξεκινήσει.

Ο Tupac παρέμεινε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του σωφρονιστικού ιδρύματος Clinton μόνο για οκτώ μήνες, αφού ο επιχειρηματίας και μουσικός παραγωγός της «Death Row», Suge Knight, πλήρωσε εγγύηση 1,4 εκ. δολαρίων για την αποφυλάκιση του ράπερ ζητώντας παράλληλα να υπογράψει συμβόλαιο με τη δισκογραφική του.

Το καλοκαίρι του 1995, στα ετήσια βραβεία του περιοδικού «The Source» στο MSG της Νέας Υόρκης, ο Suge Knight αφότου παρέλαβε το βραβείο καλύτερου soundtrack για την ταινία «Above the Rim», πήρε το μικρόφωνο και άφησε υπαινιγμούς προς τη δισκογραφική του Biggie και τον P. Diddy.

Όσο περνούσε ο καιρός, ο Tupac ζητούσε απεγνωσμένα να εκδικηθεί τον Biggie και την παρέα του. Λίγο αργότερα, η επιθυμία του έγινε πραγματικότητα. Τον Ιούνιο του 1996, ο «πολυπλατινένιος» ράπερ κυκλοφόρησε το diss «Hit ‘Em Up» στο οποίο αφού πρώτα κατσάδιασε τον Notorious και την «κλίκα» του, υποστήριξε ότι συνευρέθηκε με τη σύζυγό του και τραγουδίστρια της R&B, Faith Evans.

Τρεις μήνες μετά, στις 7 Σεπτεμβρίου 1996, ο Tupac έπεσε νεκρός από τέσσερις σφαίρες μέσα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Suge Knight. Από εκείνη την στιγμή και μετά, οι θεωρίες συνωμοσίας άρχισαν να οργιάζουν. Μια έρευνα του δημοσιογράφου των «Los Angeles Times», Chuck Philips, υποστήριζε ότι ο Biggie πλήρωσε 1 εκ. δολάρια την καλιφορνέζικη συμμορία Crips για να δολοφονήσουν τον Shakur.

Έξι μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 1997, κυκλοφόρησε το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ του Biggie με τίτλο «Life After Death» στο οποίο συμπεριλαμβανόταν το diss «Long Kiss Goodnight».

Λίγες μέρες πριν, ο ράπερ έπεφτε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του. Πάλι άγνωστοι πυροβόλησαν και πάλι δεν συνελήφθη κανείς.


Like it? Share with your friends!

0

What's Your Reaction?

omg omg
0
omg
love love
2
love
lol lol
1
lol
fail fail
0
fail
Shotgun