Ραπ και Πολιτική: Μια ιστορία μίσους και αγάπης

Γράφει ο Κώστας Σαββόπουλος

Λίγα λόγια για την ιστορία

Το Hip-Hop και η ραπ, πλέον έχουν κλείσει πάνω από 40 χρόνια ζωής, ξεκινώντας από το μακρινό 1978, όπου εμφανίστηκαν στις γειτονιές του Bronx για πρώτη φορά, φέρνοντας κοντά τους μαύρους αμερικάνους μαζί τους λατίνους και τους λευκούς, ως μια μορφή εναλλακτικής διασκέδασης απέναντι στον σκληρά φυλετικό διαχωρισμό της τότε αμερικάνικης mainstream κουλτούρας.

Στα περισσότερα μαγαζιά, τις τότε disco αλλά και τα υπόλοιπα νυχτερινά κέντρα, οι έγχρωμοι αμερικάνοι, σχεδόν απαγορευόταν να πάνε.

Οι τιμές ήταν απλησίαστες για τον μισθό του μέσου ανειδίκευτου, η αστυνομία πάντα καραδοκούσε για «εξακριβώσεις στοιχείων» και φυσικά, μέσα στα ίδια τα κέντρα το προσωπικό και οι πελάτες ήταν κάτι λιγότερο από φιλικοί σε όσους είχαν διαφορετικό χρώμα δέρματος.

Έκτοτε, έγιναν πολλά. Η ραπ διένυσε κυριολεκτικά εκατομμύρια χιλιόμετρα, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, στα προάστια της Γαλλίας, στην βασανισμένη Λατινική Αμερική, στην Ρωσία και έφτασε μέχρι τις γειτονιές της Αθήνας.

Η σχέση πολιτικής και ραπ, υπήρχε πάντα, ωστόσο μερικές φορές ήταν λιγότερο χαλαρή και άλλες όχι.

Από τα party anthems και τα bangers, μέχρι τα σκληρά πολιτικά τραγούδια, το gangsta rap, το conscious μέχρι και την trap σήμερα, οι ράπερ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είτε μέσα από τη μουσική και τους στίχους, είτε συμμετέχοντας ενεργά σε διάφορες κοινωνικές διεργασίες, παίρνουν θέση.

Στην Ελλάδα τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Εδώ εμείς δεν είχαμε την γέννηση της ραπ, μέσα από μια φυλετικά και κοινωνικά καταπιεσμένη ομάδα. Είχαμε την εμφάνιση της ραπ, μέσα σε μια περίοδο σχετικής ευμάρειας και κοινωνικής συνοχής. True, το πολιτικό ραπ στην Ελλάδα ήταν εδώ από την αρχή, αλλά στήθηκε σε μια αρκετά διαφορετική βάση, κυρίως ιδεολογική και όχι βιωματική.

Το βίωμα των Αφροαμερικανών ράπερ, όσον αφορά το χρώμα του δέρματός τους και το πως αντιμετωπίζοταν λόγω αυτού από την αμερικανική κοινώ γνώμη, ήταν πολύ διαφορετικό από τους Έλληνες αντίστοιχους. Ποιος θα μιλούσε για την πρωτοφανή αστυνομική βία και καταστολή που δέχονταν οι άνθρωποι, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, αφού εδώ την αντίστοιχη καταστολή (σε μικρότερη ένταση βέβαια) δεν την δεχόταν μια εθνική μειονότητα αλλά μια ιδεολογική/πολιτική μειονότητα, κυρίως τα άτομα που συμμετείχαν σε πολιτικές διαδικασίες, κατέβαιναν στις διαδηλώσεις και τις κινητοποιήσεις της εποχής, όπως οι αριστεροί ή οι αναρχικοί;

Οπότε ο εχθρός της ραπ, εδώ στα μέρη μας, διαμορφώθηκε ιδεολογικά και ήταν σαφής.

Μέσα στη δεκαετία του ’90, ο εχθρός ήταν η Ελληνική Αστυνομία και κατ’ επέκταση (όχι πάντα και για όλους) το Ελληνικό Κράτος, οι μηχανισμοί και οι σχέσεις που το συγκροτούσαν (οι φυλακές, οι πολιτικοί, τα κόμματα, τα ΜΜΕ)

Η δεκαετία του ’90. Από τις μαύρες λίστες των φασιστών στις χειραψίες με τον Βορίδη

Ίσως η πιο αγαπημένη μπάντα των απανταχού ραπερ (αλλά και μεταλάδων, ροκάδων κλπ) της δεκαετίας του ’90 ήταν οι Terror X Crew.

Το τρίο των DJ ALX, Αρτέμη και Ευθύμη, κυκλοφόρησε τον πρώτο του επίσημο δίσκο το ’97 (Η Πόλις Εάλω) και μάρκαρε με τρόπο ανεξίτηλο τις συνειδήσεις και την κουλτούρα της τότε νεολαίας.

Αντι-μπατσικοί, αντι-κρατικοί και αντι-φασιστικοί στίχοι, εξεγερτικό στυλ, η επιτομή του ελληνικού battle-conscious ραπ, οι TXC, για αρκετά χρόνια ήταν οι αδιαμφισβήτητοι κυρίαρχοι του ελληνικού πολιτικού ραπ που όμως ήταν και αρκετά καλοί ώστε να έχουν και εμπορική επιτυχία.

Παρεμβολές, Άλφα Γάμα, όλοι οι μετέπειτα επίγονοι της πολιτικοποιημένης ραπ σκηνής, είχαν επηρεαστεί σφοδρά από την ενέργεια των TXC.

Ταυτόχρονα από την άλλη μπάντα, την low bap, που για ακόμα αδιευκρίνιστους για μένα λόγους, διαχωρίστηκε από το Hip-Hop αφήγημα, η πολιτική ήταν επίσης κυρίαρχη. Οι Active Member, οι Βαβυλώνα, οι Στίχοιμα και όσοι είχαν μαζευτεί γύρω από την Freestyle Productions, είχαν αρκετά πολιτικούς και αιχμηρούς στίχους αλλά και δράση.

Συνολικά, η ραπ σκηνή της δεκαετίας του ’90 ήταν μια αμιγώς πολιτική σκηνή, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως οι ΖΝ που επέλεξαν να κάνουν κάτι πιο προσανατολισμένο στο αμερικάνικο gangsta, έχοντας όμως αρκετές σαφείς αναφορές ενάντια σε έναν κοινό εχθρό, π.χ. την Αστυνομία.

Άλλωστε ακόμα κυκλοφορούν οι ιστορίες για το πώς διάφοροι ράπερ της εποχής, πολιτικοποιημένοι ή μη, έμπλεκαν σε διάφορες «παρεξηγήσεις» με τα φασιστικά team εκείνης της περιόδου (Χ.Α., Ν.Ο.Π.Ο, τους skinheads του κέντρου) αλλά και με μπάτσους.

Το πολιτικό με το έναν ή τον άλλο τρόπο ήταν καθολικό. Μπορεί να μην τα είχες όλα ληγμένα μέσα σου, αλλά εκείνη την εποχή, αν ήσουν στην ραπ φάση, έπρεπε απαραίτητα να μισείς την αστυνομία και τους φασίστες. Και καλά έκανες.

Στις αρχές του 2000, κάποια πράγματα άρχισαν να αλλάζουν όμως.

Οι TXC πραγματοποιούν μια σκληρή ιδεολογική και μουσική στροφή, σε αρκετά πιο αμφιλεγόμενα μονοπάτια.

Με τον δίσκο Έσσεται Ήμαρ, αφιερωμένο εν πολλοίς στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, μια φαινομενικά άκακη στροφή, εξελίχθηκε σε πανωλεθρία.

Θεωρίες συνωμοσίας, τσιπάκια, το χάραγμα του Αντιχρίστου, μασονικές λέσχες ακολούθησαν την τρομοϋστερία της εποχής, όπου προπαγανδίζονταν διάφορα δημόσια πρόσωπα, όπως ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (από τους ιδιαίτερα ευνοούμενους ιερείς επί Χούντας, όπως και ο Αμβρόσιος) οδήγησαν αργά αλλά σταθερά, στο να μετακινηθεί ένα κομμάτι της συντηρητικής νεολαίας προς πιο «TXC ακούσματα».

Στις 30 Σεπτέμβρη του 2001, οι TXC φτάνουν στο σημείο να βραβευτούν από τον τότε (και τώρα) σκληρό εθνικιστή Μάκη Βορίδη και το κόμμα του, το Ελληνικό Μέτωπο, για τον δίσκο Έσσεται Ήμαρ.

Ο Βορίδης, για όσους τον ξέρουν μόνο ως πολιτικό της ΝΔ πλέον, παλιότερα δεν φοβόταν ιδιαίτερα να κρύψει τις καταβολές του.

Γνωστός ήδη από την περίοδο της δικτατορίας για την δράση του ως παρακρατικός ενάντια σε αντικαθεστωτικούς αγωνιστές (κυκλοφορεί ακόμα η περίφημη φώτο με το τσεκούρι) ανελίχθηκε σε γραμματέα της ΕΠΕΝ, το κόμμα που ίδρυσε μέσα από την φυλακή ο δικτάτορας Παπαδόπουλος.

Μέσα στη δεκαετία του ’80 ο Βορίδης, έλαμψε, με αντίστοιχου κάλλους σκηνικά, όπως οι επιθέσεις σε αναρχικούς, αριστερούς, στους καταληψίες του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για την δολοφονία του αναρχικού μαθητή Μιχάλη Καλτεζά από μπάτσους.

Ο Βορίδης, όταν μεγάλωσε αρκετά και αποφάσισε να σοβαρευτεί και να παρατήσει την πολιτική του πεζοδρομίου, πολιτεύτηκε επισήμως με το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη και μετέπειτα με την Νέα Δημοκρατία, όπου και έγινε ο πολιτικός που όλοι γνωρίζουμε και αγαπάμε σήμερα.

Long story short, οι TXC βραβεύτηκαν από έναν φασίστα (κοινώς).

Ο Βορίδης αποφάσισε να σοβαρευτεί και να γίνει κυριλέ, ομοίως, οι TXC αποφάσισαν να γίνουν οι Έλληνες που τελικά έχουμε συνηθίσει.

Οι TXC όμως δεν ήταν οι μόνοι που έκαναν αυτή την σκληρή στροφή.

Ένα άλλο παράδειγμα, από την σκηνή της low bap, είναι ο αγαπητός σε όλους Νικήτας Κλιντ.

Με μια πορεία, αντίστοιχα περίεργη, όχι όμως τόσο χάλια (εντάξει δεν βραβεύτηκε από φασίστες) οι στιγμές που θυμόμαστε έντονα και αντιφατικά από τον Νικήτα είναι δύο.

Το κάψιμο του αμερικάνικου διαβατηρίου του το 1999 ως ένδειξη συμπαράστασης στην νατοϊκή επίθεση στη Σερβία και μετά, το 2015, η συστράτευσή του με το κόμμα Ποτάμι του Θεοδωράκη.

Δεν θα λέγαμε πως είναι στροφή, 180 μοιρών περισσότερο 90, αλλά είναι απορίας άξιο πώς πας από τους πολιτικά φορτισμένους στίχους του ’90 στο χειροκρότημα των Μπογδάνων, των Θεοδωράκηδων και λοιπών. Για οποιονδήποτε άλλον θα ήταν περίεργο. Για τους ράπερ είναι εξωφρενικό.

Το μαχαίρι στην καρδιά του ραπ

Η σκηνή, πολιτικά, ήταν ένας αχταρμάς, μέχρι τουλάχιστον τις 18 Σεπτέμβρη του 2013.

Εκείνη την γαμημένη νύχτα, όπου ο Παύλος Φύσσας δολοφονήθηκε από τους ναζί της Χρυσής Αυγής, το ελληνικό ραπ, χωρίς να το γνωρίζει και ενδεχομένως άθελά του, θα πραγματοποιούσε μια αρκετά μεγάλη ποιοτική και πολιτική μεταβολή.

Στις 25 Σεπτέμβρη, επιχειρήθηκε μια damage control συνέντευξη τύπου, οργανωμένη από τον B.D., όπου το Hip-Hop «ενώθηκε ξανά» στέλνοντας ένα «ηχηρό μήνυμα».

Ράπερ από όλο το φάσμα, από το low bap μέχρι το ραπ.

12ος, Είσβο, Μεντζέλος, Ευθύμης (??), ο Tiny Jackal, ο Νικήτας, ο Τοτέμ, το Θηρίο και άλλοι μαζεύτηκαν στην ΕΣΗΕΑ. Τώρα αυτό από μόνο του, ήταν ικανό να προκαλέσει ρίγη σε κάθε ραπ φαν στην ελληνική επικράτεια.

Βέβαια, αυτό που ακολούθησε, δηλαδή η ίδια η συνέντευξη της ΕΣΗΕΑ, όντως προκάλεσε ρίγη, αλλά ήταν μάλλον ρίγη αποτροπής.

Ένας προς ένας, παρέλασαν όλοι (πλην ελαχίστων), με το κεντρικό μήνυμα να είναι «παιδιά η δολοφονία δεν ήταν πολιτική, δεν είχε πολιτικό πρόσημο, είμαστε όλοι άνθρωποι, τον σκότωσαν επειδή ήταν απλώς καλό παιδί».

Όχι και πολύ διαφορετικό από τις αρχικές πληροφορίες που είχαμε από τον ΣΚΑΪ πως τον Φύσσα τον σκότωσαν για το ποδόσφαιρο.

Ευτυχώς, όσο πέρασε ο καιρός, η συνέντευξη της ΕΣΗΕΑ ξεχάστηκε, η αλήθεια αποκαταστάθηκε και τώρα όλοι γνωρίζουν πως ο Παύλος δολοφονήθηκε για πολιτικούς λόγους.

Δολοφονήθηκε γιατί είχε πολιτική δράση στο σωματείο του, δολοφονήθηκε γιατί δεν δίσταζε ποτέ στη μουσική να πει τα πράγματα όπως είναι, για τους φασίστες, για τους μπάτσους, για τον καπιταλισμό, για τον Αλέξη, για τον Τζουλιάνι.

Αλλά ας είμαστε και λίγο ειλικρινείς. Γιατί να πουν οι ράπερ ότι η δολοφονία ήταν πολιτική;

Όταν τα τελευταία 10+ χρόνια, η φάση είναι no politica και μάλιστα από διάφορα ιερά τέρατα.

Η πολιτική είναι βαρετή, αν θες να ασχοληθείς με την πολιτική καλύτερα διάβασε κανα βιβλίο.

Η ραπ είναι μουσική για πάρτυ, όπως ράπαρε και ο Πινόκιο, πριν από 7 χρόνια.

Μόνο που η δολοφονία του Παύλου, πλέον δεν αμφισβητείται από κανέναν ως προς το πολιτικό πλαίσιο της.

Από τους πιο conscious μέχρι τους new schoolαδες, η ετυμηγορία είναι κοινή.

Το ραπ είναι πολιτικό. Είναι και party. Είναι και conscious. Είναι και αλητεία.

Είναι πολλά πράγματα, αλλά ποτέ δεν θα γίνει απολογητής φασιστών, μπάτσων και λαϊκοδεξιών wannabe πολιτικών.

Τώρα, 7 χρόνια μετά και όσο πλησιάζουμε τις 7 Οκτώβρη όπου θα ανακοινωθεί και απόφαση για την δίκη της Χ.Α., τα διάφορα «ιερά τέρατα» της σκηνής, που τόσα χρόνια είτε δίναν χειραψίες, είτε απεύφευγαν την πολιτική σαν λέπρα θα βρεθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο προ των ευθυνών και των επιλογών τους.

Αναρωτιέμαι πώς αισθάνονται οι «σοβαροί» όταν οι «πουλημένοι» trappers μιλάνε για τον ρατσισμό, για την Χρυσή Αυγή, για τον Παύλο, όταν οι ίδιοι τα τελευταία 10+ χρόνια, έμεναν προκλητικά σιωπηλοί.

Αν θέλει η ραπ σκηνή να είναι ενωμένη πραγματικά κι όχι για τα κλικ, να έρθει να μας βρει στις 7 Οκτώβρη.

Θα είμαστε έξω από το Εφετείο Αθηνών και, άσχετα από την απόφαση, οι ναζί θα λογοδοτήσουν.

Είναι και ώρα να δούμε, αν όλο αυτό το bravado που έχουμε συνηθίσει να ακούμε για τσαμπουκάδες, όπλα, αλητείες και λοιπά, θα στραφεί επιτέλους εναντίον αυτών που πραγματικά το αξίζουν.

Για τον Παύλο, τον Σαχζάτ και για την τιμή του ραπ.